Θησαυρός  Αρχαίων ΕλληνικώνΝέων Ελληνικών

ON-LINE ΑΡΧΑΙΟΕΛΛΗΝΙΚΟΣ - ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΘΗΣΑΥΡΟΣ ΓΙΑ ΔΙΔΑΚΤΙΚΕΣ ΕΦΑΡΜΟΓΕΣ



Πληροφορίες  Αλβαβητική Ταξινόμηση  Εννοιολογική Ταξινόμηση

120. λύπη { Συναίσθημα }


Ουσ. λύπη δυστυχία, κακή κατάσταση, πόνος ψυχής, σωματικός πόνος
βαρυθυμία σκυθρωπότητα, μελαγχολία, κατήφεια
ὀδύνη λύπη, πόνος, θλίψη, καημός
οἶκτος λύπηση, έλεος, συμπόνια
ἄλγος πόνος, λύπη, θλίψη
πένθος θλίψη, μελαγχολία

Ρ. λυπέομαι έχω πόνο, έχω λύπη, δυσαρεστούμαι
θλίβομαι στεναχωριέμαι, θλίβομαι, καταπιέζομαι
ἀθυμέω κυριεύομαι από αθυμία, κυριεύομαι από κακή ψυχική διάθεση
βαρυθυμέω είμαι αποκαρδιωμένος, είμαι μελαγχολικός
ἀνιάομαι είμαι στεναχωρημένος, είμαι θλιμμένος
ἄχθομαι είμαι λυπημένος, είμαι θλιμμένος
σπλαγχνίζομαι αισθάνομαι οίκτο, συμπονώ
ἀλγέω θλίβομαι, νιώθω πόνο, βασανίζομαι

Επίθ. λυπηρός θλιβερός, λυπηρός
περίλυπος βαθιά λυπημένος, τεθλιμμένος (λόγ.)
ἔλλυπος λυπημένος, θλιμμένος
σκυθρωπός κατηφής, λυπημένος, μελαγχολικός
βαρύθυμος κατηφής, σκυθρωπός, άκεφος, αγανακτισμένος
κατηφής κατσούφης, αποκαρδιωμένος

Επίρ. λυπηρῶς θλιβερά, με λύπη
σκυθρωπῶς με τρόπο σκυθρωπό

119. χαρά { Συναίσθημα }


Ουσ. χαρά χαρά, ευφροσύνη
χαρμονή χαρά, ευφροσύνη
χάρμα χαρά, πηγή χαράς, ευφροσύνη
ἡδονή χαρά, ευτυχία, ευχαρίστηση
ἦδος ηδονή, ευφροσύνη, τέρψη, απόλαυση
τέρψις χαρά, ευφροσύνη, διασκέδαση
εὐφροσύνη ευθυμία, κέφι, χαρά, ξεφάντωμα, γλέντι
ἀγαλλίασις αγαλλίαση, μεγάλη ευχαρίστηση
χάρμη χαρά μάχης, έντονη επιθυμία μάχης
ἐπίχαρμα αντικείμενο μνησίκακης χαράς, χαιρεκακία, μοχθηρή ευχαρίστηση
χαρά λόγων χαρμόσυνες ειδήσεις

Ρ. χαίρω χαίρομαι, είμαι χαρούμενος, είμαι ευτυχισμένος, παίρνω ευχαρίστηση
ἐπιχαίρω χαίρομαι, αγαλλιώ (κυρίως για μοχθηρή ικανοποίηση)
ἀγάλλομαι ευφραίνομαι, καυχώμαι, τέρπομαι
γηθέω χαίρω, αγάλλομαι
εὐθυμέω βρίσκομαι σε κέφι, ευθυμώ, τέρπω
εὐφραίνομαι γίνομαι χαρούμενος, ευαρεστούμαι, ευχαριστιέμαι, τέρπομαι
ἥδομαι ευχαριστιέμαι, απολαμβάνω, ευφραίνομαι
τέρπομαι απολαμβάνω, ευφραίνομαι, διασκεδάζω
χαράν ἔχω χαίρομαι, έχω χαρά, είμαι χαρούμενος

Επίθ. χαρμόσυνος χαρούμενος, χαρωπός, ευφραντικός
τερπνός ευχάριστος, χαρούμενος, ευάρεστος
περιχαρής καταχαρούμενος, πανευτυχής, ευτυχισμένος
χαρωπός χαρούμενος, ευχάριστος
έπίχαρτος γοητευτικός, σαγηνευτικός, χαροποιός (λόγ.)
ἐνθουσιώδης ενθουσιασμένος, περιχαρής
χαρμόφρων [αυτός που έχει χαρούμενη καρδιά] χαρούμενος, εύθυμος

Επίρ. χαρμοσύνως με χαρά, κατά τρόπο χαρμόσυνο
εὐφροσύνως εύθυμα, κεφάτα, με κέφι
τερπνῶς ευχάριστα
σὺν χαρᾷ με ευάρεστα συναισθήματα

Φρ. Ἡδονὴν φεῦγε, ἥτις λύπην τίκτει. Να αποφεύγεις την ηδονή, η οποία γεννά μετά τη λύπη.