Θησαυρός  Αρχαίων ΕλληνικώνΝέων Ελληνικών

ON-LINE ΑΡΧΑΙΟΕΛΛΗΝΙΚΟΣ - ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΘΗΣΑΥΡΟΣ ΓΙΑ ΔΙΔΑΚΤΙΚΕΣ ΕΦΑΡΜΟΓΕΣ



Πληροφορίες  Αλβαβητική Ταξινόμηση  Εννοιολογική Ταξινόμηση

117. ὕψος { Διάσταση }


Ουσ. ὕψος ύψος
κορυφή κορυφή, το ύψιστο σημείο
κορωνίς κορυφή, το ανώτατο σημείο, αποκορύφωμα
κάρα κεφάλι, κορυφή πράγματος
ἀνάστημα ύψος, μέγεθος
μέγεθος μεγαλείο, ύψος, ανάστημα
αὔξησις αύξηση, ανάπτυξη
ἐκπήδημα [ύψος μεγάλο για να υπερπηδήσει κάποιος] πήδημα προς τα πάνω, τίναγμα

Ρ. ὑψόω σηκώνω ψηλά, εγείρω
ἀνυψόω ανυψώνω, ανασηκώνω
ὀρθόω ανασηκώνω, ανορθώνω, σηκώνω σε όρθια στάση
κορυφόω φέρνω σε αποκορύφωση
ὕψος ἔχω φθάνω σε κάποιο ύψος
ὕψος λαμβάνω ψηλώνω, φθάνω σε ύψος
αὐξάνω υψώνω, αυξάνω σε ύψος

Επίθ. ὑψηλός ψηλός, υψηλός, ανυψωμένος
ἀνώτερος ψηλότερος
ὑπερύψηλος υπερβολικά ψηλός, πανύψηλος
ὑψιφόρητος [αυτός που φέρει προς τα ύψη] ανωφερής, απόκρημνος
ἀνωφερής [αυτός που ανεβαίνει, που κατευθύνεται προς τα επάνω] ανηφορικός
κορυφαῖος [αυτός που βρίσκεται στην κορυφή] κορυφαίος

Επίρ. ὑψόθεν από ύψος, από ψηλά, από επάνω
ὑψοῦ υψηλά, στα ύψη, πάνω
ὑψόσε προς τα ύψη, προς τα πάνω, ψηλά
ἀνωτέρω ψηλότερα

118. εὖρος { Διάσταση }


Ουσ. εὖρος πλάτος, φάρδος
πλάτος εύρος, φάρδος, πλάτος
εὐρύτης πλάτος

Ρ. εὐρύνω πλαταίνω, επεκτείνω
πλατύνω κάνω πλατύ, ευρύνω το έδαφός μου, πλαταίνω
ἐκτείνω επεκτείνω, επιμηκύνω
ἀνευρύνω ευρύνω, ανοίγω, διαστέλλω

Επίθ. εὐρύς πλατύς, φαρδύς, εκτεταμένος
εὐρύχωρος φαρδύς, πλατύς
εὐρύβατος ευρύχωρος, εκτεταμένος

Επίρ. εὐρέως πλατιά
πλατέως πλατιά, εν εκτάσει