Θησαυρός  Αρχαίων ΕλληνικώνΝέων Ελληνικών

ON-LINE ΑΡΧΑΙΟΕΛΛΗΝΙΚΟΣ - ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΘΗΣΑΥΡΟΣ ΓΙΑ ΔΙΔΑΚΤΙΚΕΣ ΕΦΑΡΜΟΓΕΣ



Πληροφορίες  Αλβαβητική Ταξινόμηση  Εννοιολογική Ταξινόμηση

113. ψεῦδος { Νους }


Ουσ. ψεῦδος ψεύδος, ψέμα, απάτη, αναλήθεια, ανακρίβεια, ψευτιά, ανακρίβεια
ψευδολογία ψέμα, ψευδής λόγος

Ρ. ψεύδω εξαπατώ με ψέματα, ψευδολογώ
ψεύδομαι λέω ψέματα, συμπεριφέρομαι ψεύτικα, λέω κάτι μη αληθινό
ψευδοστομέω ψεύδομαι, λέω ψέματα
ψεύδη βουλεύω επινοώ ψευτιές
διαψεύδω εξαπατώ ολότελα

Επίθ. ψευδής αναληθής, ψεύτικος, ανακριβής
ἀνακριβής [αυτός που δεν είναι ακριβής στην αλήθεια] αναληθής, ανακριβής

Επίρ. ψευδῶς ψευδώς
ἀναληθῶς ψευδώς, με αναληθή τρόπο

11. ἀλήθεια { Νους }


Ουσ. ἀλήθεια [η συμφωνία με την πραγματικότητα] αλήθεια, πραγματικότητα, ειλικρίνεια, φερεγγυότητα, ευθύτητα
~ καθαρή, γυμνή, μεγάλη, πικρή, επιφανειακή, αναμφισβήτητη
ἀκρίβεια ακριβολογία, ακρίβεια
ἀψεύδεια ειλικρίνεια

Ρ. ἀληθεύω λέω την αλήθεια
ἐπαληθεύω αποδεικνύω κάτι αληθές, επιβεβαιώνω
ἀλήθεια ἐστί είναι αλήθεια

Επίθ. ἀληθής αληθινός, ειλικρινής
ἀληθινός [σύμφωνος προς την αλήθεια] φιλαλήθης, αξιόπιστος, αληθής, πραγματικός
ἀψευδής ειλικρινής, ευθύς, πιστός
φιλαλήθης [αυτός που αγαπά την αλήθεια] ειλικρινής
φερέγγυος αξιόπιστος, ασφαλής

Επίρ. ἀληθῶς αληθινά, ειλικρινά, πραγματικά
ἀληθινῶς όντως, πραγματικά
ἀψευδῶς πράγματι

Φρ. μή ψεύδου, ἀλλ᾽ ἀλήθευε να μην ψεύδεσαι, αλλά να λες την αλήθεια