Θησαυρός Αρχαίων ΕλληνικώνΝέων Ελληνικών
ON-LINE ΑΡΧΑΙΟΕΛΛΗΝΙΚΟΣ - ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΘΗΣΑΥΡΟΣ ΓΙΑ ΔΙΔΑΚΤΙΚΕΣ ΕΦΑΡΜΟΓΕΣ
Πληροφορίες Αλβαβητική Ταξινόμηση Εννοιολογική Ταξινόμηση
111. χάρις { Συναίσθημα }
Ουσ. χάρις χαρά, γοητεία, θέλγητρο
χαρά ευφροσύνη, καλοσύνη, ευγένεια, καλή θέληση
[ Βλ. σχετικό όρο: χαρά ]
εὐγνωμοσύνη εκτίμηση, καλοκαρδοσύνη, ευχαρίστηση, ευγένεια
εὔνοια αγαθότητα, καλοσύνη, χάρη, ευγένεια
εὐχαριστία ευγνωμοσύνη, ευχαρίστηση, ευαρέσκεια
χαριστήριον ευχαριστία
Ρ. χάριν λαμβάνω απολαμβάνω τις ευχαριστίες
χάριν τίνω ανταποδίδω μια χάρη
χάριν κατατίθεμαι ευεργετώ και κερδίζω ευγνωμοσύνη
δια χαρίτων εἰμί έχω σχέσεις φιλίας ή αμοιβαίας εύνοιας
χαριτόω δείχνω χάρη, δείχνω ευγνωμοσύνη
Επίθ. χαρίεις χαρούμενος, όμορφος, αγαπητός, έξυπνος, χαριτωμένος
εὔχαρις ελκυστικός, σαγηνευτικός, ευχάριστος, κομψός
χαριστήριος [αυτός που εκφράζει ευγνωμοσύνη]
Επίρ. χάριν τινός για χάρη κάποιου, για την ευχαρίστησή του, για το καλό του
χαριστηρίως με χάρη, με κομψότητα
χαριέντως ευχάριστα, κομψά, με ευγένεια, ευμενώς
κεχαρισμένως με χαρά, με προσφιλή τρόπο
Φρ. χάριν απόδος Να ανταποδίδεις την ευεργεσία