Θησαυρός Αρχαίων ΕλληνικώνΝέων Ελληνικών
ON-LINE ΑΡΧΑΙΟΕΛΛΗΝΙΚΟΣ - ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΘΗΣΑΥΡΟΣ ΓΙΑ ΔΙΔΑΚΤΙΚΕΣ ΕΦΑΡΜΟΓΕΣ
Πληροφορίες Αλβαβητική Ταξινόμηση Εννοιολογική Ταξινόμηση
110. φύσις { Ενέργεια }
Ουσ. φύσις φύση, φυσική κατάσταση, δύναμη, σύσταση
φυή μορφή, ανάστημα, διάπλαση
κτίσις πλάση, σύμπαν, οικουμένη, φύση
γένεσις αρχή, δημιουργία, σχηματισμός, γέννηση
ἔργον δημιούργημα, κατασκεύασμα, πλάσμα, κτίσμα, ποίημα, θεία δημιουργία
ἦθος ήθος, γνώμη, χαρακτήρας, προσωπικότητα, είδος, φύση
εἶδος μορφή, είδος, ιδιαίτερο είδος, ιδιαίτερη φύση
Ρ. φύω γεννώ, παράγω, δημιουργώ, φυτρώνω, αναπτύσσομαι
ἀναφύομαι έχω από τη φύση μια ιδιότητα, έχω από τη φύση μια κλίση, είμαι γεννημένος για κάτι
βλαστάνω ξεφυτρώνω, αναπηδώ, φυτρώνω
ἀνθρώπου φύσιν βλαστών αυτός που γεννήθηκε με ανθρώπινη φύση
Επίθ. φυσικός φυσιολογικός, φυσικός
ἔμφυτος εμφυτευμένος, σύμφυτος, φυσικός
σύμφυτος [αυτός που έχει γεννηθεί μαζί με κάποιον, που ενυπάρχει] σύμφυτος, εγγενής, έμφυτος, φυσικός, συμφυής
Επίρ. φύσει από τη φύση μου, φυσικά
φυσικῶς από τη φύση, σύμφωνα με τους νόμους που διέπουν τη φύση
Φρ. ἡ φύσις μηδέν μήτε ἀτελές ποιεῖ μήτε μάτην Η φύση δεν κάνει τίποτα ατελές ούτε μάταιο