Θησαυρός Αρχαίων ΕλληνικώνΝέων Ελληνικών
ON-LINE ΑΡΧΑΙΟΕΛΛΗΝΙΚΟΣ - ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΘΗΣΑΥΡΟΣ ΓΙΑ ΔΙΔΑΚΤΙΚΕΣ ΕΦΑΡΜΟΓΕΣ
Πληροφορίες Αλβαβητική Ταξινόμηση Εννοιολογική Ταξινόμηση
108. φόβος { Ήθος }
Ουσ. φόβος [κυρίως η εξωτερική εκδήλωση του αισθήματος του πανικού που προξενεί η άτακτη φυγή] πανικός, φόβος, τρόμος
δέος φόβος, τρόμος, έκπληξη, σεβασμός, θαυμασμός
τρόμος τρομάρα, τρεμούλιασμα από φόβο, σύγκρυο
φρίκη ανατριχίλα, τρεμούλιασμα
ἀντίπαλον δέος φόβος ίδιος και στις δύο πλευρές, αμοιβαίος φόβος
δειλία έλλειψη θάρρους, ανανδρία, λιγοψυχία
φόβητρον [αυτό που προκαλεί φόβο] σκιάχτρο, τρομερά πράγματα
Ρ. φοβέω τρέπω σε φυγή από πανικό, προξενώ φόβο, τρομοκρατώ, φοβίζω, τρομάζω, γεμίζω με φόβο
δείδω φοβάμαι, είμαι αναστατωμένος, είμαι ανήσυχος για κάτι
ἐκφοβέω τρέπω σε φυγή, εκφοβίζω, τρομάζω
ὀρρωδέω φοβάμαι, τρέμω, ζαρώνω από το φόβο μου
πτήσσω φοβίζω, τρομάζω, ζαρώνω από φόβο, ριγώ από τον φόβο μου
φέβομαι τρέπομαι σε φυγή, φεύγω τρομοκρατημένος
φρίττω τρέμω από την επίδραση του φόβου, ταράζομαι, φοβάμαι
δειλιάω φοβάμαι, δειλιάζω, λιποψυχώ
τρέμω τρέμω, φοβάμαι να πράξω κάτι
ὠχράω γίνομαι ωχρός, γίνομαι χλωμός από τον φόβο μου
Επίθ. φοβητικός [αυτός που υπόκειται στον φόβο] τρομαγμένος, φοβιτσιάρης, δειλός
φοβερός [αυτός που προξενεί φόβο, με ενεργητική σημασία] τρομερός, απαίσιος, τρομακτικός
φοβερός [αυτός που νιώθει φόβο, με παθητική σημασία] φοβισμένος, δειλός, φοβιτσιάρης
ἔμφοβος τρομακτικός, φρικτός
ἐπίφοβος τρομακτικός, φρικτός, φοβερός, τρομερός
δειλός φοβητσιάρης, άτολμος, άνανδρος, μικρόψυχος
ἄτολμος στερούμενος τόλμης, δειλός
Επίρ. φοβερῶς με φοβερό τρόπο, με τρόπο που εμπνέει φόβο
μετά φόβου καὶ τρόμου με φόβο και τρόμο
Φρ. Ποθητός εἶναι μᾶλλον ἤ φοβερός κατά βίον προαιροῦ. Ὅν πάντες φοβούνται, πάντας φοβεῖται. Διάλεξε να είσαι αγαπητός παρά να σε φοβούνται. Αυτός που τον φοβούνται όλοι, τους φοβάται όλους.