Θησαυρός  Αρχαίων ΕλληνικώνΝέων Ελληνικών

ON-LINE ΑΡΧΑΙΟΕΛΛΗΝΙΚΟΣ - ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΘΗΣΑΥΡΟΣ ΓΙΑ ΔΙΔΑΚΤΙΚΕΣ ΕΦΑΡΜΟΓΕΣ



Πληροφορίες  Αλβαβητική Ταξινόμηση  Εννοιολογική Ταξινόμηση

104. τύχη { Βούληση }


Ουσ. τύχη [το αγαθό που αποκτά ο άνθρωπος μέσω της εύνοιας των θεών] καλή τύχη, ευτυχία, επιτυχία
μοῖρα μοίρα, τύχη, πεπρωμένο
εὐτυχία καλή τύχη, επιτυχία, ευημερία
εὐδαιμονία ευημερία, καλή τύχη, καλοτυχία, αφθονία, ευτυχία, μακαριότητα, απόλυτη ικανοποίηση
[ Βλ. σχετικό όρο: εὐδαιμονία ]

Ρ. τυγχάνω έχω την τύχη να, έχω τη μοίρα να
κατατυγχάνω είμαι ευτυχής, είμαι επιτυχημένος
ἐπιτυγχάνω κατορθώνω, πετυχαίνω τον σκοπό μου, είμαι επιτυχημένος
εὐτυχέω είμαι ευτυχισμένος, είμαι πετυχημένος, ευημερώ
εὐδαιμονέω ευημερώ, είμαι τυχερός, ευτυχώ

Επίθ. τυχηρός
εὐτυχής πετυχημένος, τυχερός, καλότυχος, ευτυχισμένος

Επίρ. κατὰ τύχην τυχαία, κατά τύχη
ἐκ τύχης από τύχη, τυχαία
τυχόν κατά τύχη, τυχόν
τυχόντως κατά τύχη, τυχαίως
τυχηρῶς κατά τύχη

Φρ. Μηδέν τῆς τύχης, ἀλλά πάντα τῆς εὐβουλίας και τῆς προνοίας Τίποτα δεν εξαρτάται από την τύχη, αλλά από την ορθή κρίση και την προνοητικότητα