Θησαυρός Αρχαίων ΕλληνικώνΝέων Ελληνικών
ON-LINE ΑΡΧΑΙΟΕΛΛΗΝΙΚΟΣ - ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΘΗΣΑΥΡΟΣ ΓΙΑ ΔΙΔΑΚΤΙΚΕΣ ΕΦΑΡΜΟΓΕΣ
Πληροφορίες Αλβαβητική Ταξινόμηση Εννοιολογική Ταξινόμηση
103. τιμωρία { Συναίσθημα }
Ουσ. τιμωρία βοήθεια, συνδρομή, επικουρία
ἐπικουρία βοήθεια, ενίσχυση, συνδρομή
τιμωρία (βοήθεια προς κάποιον που έχει αδικηθεί) ανταπόδοση, εκδίκηση, τιμωρία
ζημία τιμωρία, ποινή, ζημιά, βλάβη
κόλασις μαστίγωση, τιμωρία, σωφρονισμός
τίσις απότιση, ανταπόδοση, εκδίκηση
τιμωρίαι (στον πληθ.) ποινές, τιμωρίες
ποινή ανταπόδοση, εκδίκηση, αντίποινα
τιμώρημα πράξη εκδίκησης, ποινή, τιμωρία
νέμεσις θεία τιμωρία, οργή, εκδίκηση
τιμωρητήρ εκδικητής
τιμωρός [αυτός που βοηθάει κάποιον που έχει αδικηθεί, αυτός που εκδικείται] εκδικητής
ποινάτωρ εκδικητής, τιμωρός
Ρ. τιμωρέω βοηθώ, επικουρώ, έρχομαι σε βοήθεια
ἀμύνω υπερασπίζομαι, βοηθώ, συνδράμω, αποκρούω επιθέσεις
ἀρήγω βοηθώ, συντρέχω, επικουρώ (ιδίως κατά τη μάχη)
βοηθέω έρχομαι να βοηθήσω, ενισχύω, υποστηρίζω, συντρέχω, παρέχω βοήθεια
ἐπικουρέω συνδράμω, βοηθώ σε ανάγκη
τιμωρέω (βοηθώ κάποιον που έχει αδικηθεί) παίρνω εκδίκηση, τιμωρώ
τιμωρίαν λαμβάνω τιμωρώ
κολάζω τιμωρώ
ζημιόω τιμωρώ, ζημιώνω
δίκην λαμβάνω επιβάλλω ποινή, εκδικούμαι
δίκην τίνω τιμωρούμαι
δίκην δίδωμι τιμωρούμαι, υπόκειμαι σε τιμωρία
τιμωρίας τυγχάνω τιμωρούμαι
δίκης τυγχάνω τιμωρούμαι, υπόκειμαι σε τιμωρία
ὑπέχω δίκην τιμωρούμαι
Επίθ. ἐπικουρικός βοηθητικός, ενισχυτικός
ἀρωγός βοηθητικός, εξυπηρετικός
τιμωρητικός εκδικητικός
Επίρ. τιμωρητικῶς με τάση για τιμωρία, με τάση για εκδίκηση
Φρ. συγγνώμη τιμωρίας κρείσσων Kαλύτερη η συγχώρεση από την τιμωρία