Θησαυρός  Αρχαίων ΕλληνικώνΝέων Ελληνικών

ON-LINE ΑΡΧΑΙΟΕΛΛΗΝΙΚΟΣ - ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΘΗΣΑΥΡΟΣ ΓΙΑ ΔΙΔΑΚΤΙΚΕΣ ΕΦΑΡΜΟΓΕΣ



Πληροφορίες  Αλβαβητική Ταξινόμηση  Εννοιολογική Ταξινόμηση

10. ἀκοή { Οργανική Ύλη }


Ουσ. ἀκοή [ο ήχος που ακούγεται] ακοή, ακρόαση, άκουσμα, αίσθηση της ακοής
ἀκοή [αυτό που ακούγεται] φήμη, νέα, είδηση, πληροφορία
ἄκουσμα [αυτό που ακούγεται] άκουσμα, είδηση
ἀκρόασις [το να ακούει κάποιος ή να προσέχει] υπακοή

Ρ. ἀκούω ακούω, ακούω να λένε για, γνωρίζω εξ ακοής
ὑπακούω ακούω με προσοχή, δίνω προσοχή, παρακολουθώ
ὠτακουστέω ακούω με περιέργεια, κρυφακούω, παρακολουθώ προσεκτικά
ἀκροάομαι ακούω με προσοχή, προσέχω, υπακούω

Επίθ. ἀκουστός [αυτός που μπορεί να ακουστεί] ακουστός, ευδιάκριτος
αἰσθητός αντιληπτός μέσω των αισθήσεων
ἀξιάκουστος άξιος να ακουστεί
ἀκροατικός αυτός που ταιριάζει ή είναι κατάλληλος για ακρόαση

Επίρ. ἀκουστικῶς ακουστικά