Θησαυρός Αρχαίων ΕλληνικώνΝέων Ελληνικών
ON-LINE ΑΡΧΑΙΟΕΛΛΗΝΙΚΟΣ - ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΘΗΣΑΥΡΟΣ ΓΙΑ ΔΙΔΑΚΤΙΚΕΣ ΕΦΑΡΜΟΓΕΣ
Πληροφορίες Αλβαβητική Ταξινόμηση Εννοιολογική Ταξινόμηση
1. ἀβουλία { Βούληση }
Ουσ. ἀβουλία [έλλειψη ελεύθερης βούλησης] έλλειψη πρόθεσης, έλλειψη θέλησης
ἀβουλία [έλλειψη σκέψης] απερισκεψία, αφροσύνη
Ρ. ἀβουλέω είμαι απρόθυμος, δεν έχω θέληση
οὐ βούλομαι δεν θέλω, δεν επιθυμώ
ἐναντιόομαι εναντιώνομαι, αντιτάσσομαι, αντιτίθεμαι, αντιστέκομαι, αποκρούω
Επίθ. ἀβούλητος αθέλητος, ακούσιος, ασύμφωνος, δυσάρεστος
ἄβουλος ασυλόγγιστος, απερίσκεπτος
ἀπροαίρετος [αυτός που δεν έχει προκαθορισμένο σκοπό, χωρίς πρόθεση] ακούσιος, αθέλητος
Επίρ. ἀκουσίως άθελα
ἀβούλως ασυλλόγιστα, απερίσκεπτα
28. βουλή { Βούληση }
Ουσ. βουλή επιθυμία, θέληση, απόφαση, σχέδιο, επιδίωξη
βούλησις θέληση, επιδίωξη, επιθυμία, σκοπός, πρόθεση
θέλησις θέληση, επιθυμία
ἐπιθυμία λαχτάρα, προσδοκία
γνώμη θέληση, σκοπός, επιδίωξη
βουλητόν το αντικείμενο της επιθυμίας
Ρ. βούλομαι επιθυμώ, εύχομαι, είμαι διατεθειμένος
ἐθέλω θέλω, επιδιώκω, εύχομαι, ποθώ
ἐπιθυμώ ποθώ, λαχταρώ, επιθυμώ σφόδρα
γλίχομαι ποθώ, επιθυμώ σφόδρα
ἐφίεμαι επιθυμώ, θέλω
Επίθ. βουλήεις [αυτός που έχει σωστή γνώμη, ορθή κρίση] συνετός, λογικός
βουληφόρος [αυτός που εκφέρει άποψη, που συμβουλεύει] συμβουλάτορας
βουλητός [αυτός που πρέπει κανείς να θελήσει, να επιθυμήσει] επιθυμητός, ποθητός
Επίρ. ἐκουσίως με εθελούσιο τρόπο, οικειοθελώς
κατά βούλησιν [όπως επιθυμεί κανείς] σύμφωνα με τη θέλησή του